fbpx

Liberal.gr: «Γιατί τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα είναι μια ευνοϊκή εξέλιξη για την ελληνική οικονομία.»

Ηλίας Κικίλιας Υποψήφιος Ευρωβουλευτής ΠΑΣΟΚ Ilias Kikilias PASOK eurovouleutis ευρωβουλευτής

Η πρόσφατη απόφαση του Eurogroup δεν προσφέρεται ούτε γιαπανηγυρισμούς ούτε για οδυρμούς. Αποτελεί έναν ικανοποιητικό συμβιβασμόεντός του περιοριστικού πλαισίου των ρεαλιστικών δυνατοτήτων της χώραςστην παρούσα συγκυρία. Το σημαντικότερο είναι ότι ανοίγεται μια ευκαιρία γιατη χώρα και πάνω από όλα για το 1.000.000 ανέργων.

Ας δούμε, καταρχήν, που βρισκόμαστε σύμφωνα με τις επίσημες στατιστικέςγια την κατάσταση της οικονομίας το 1οτρίμηνο του έτους: Είχαμε αυξήσειςστην βιομηχανική παραγωγή (9%), τον δείκτη κύκλου εργασιών στηβιομηχανία (24%) , τον γενικό δείκτης όγκου των πωλήσεων τωνκαταστημάτων λιανικής πώλησης (2,8%) και σημειώθηκε σημαντική άνοδοςτων πωλήσεων των επιβατικών αυτοκινήτων (36%), ενώ η ιδιωτικήκατανάλωση εκτιμάται ότι αυξήθηκε κατά 1,6%. Αυξήσεις, επίσης, σημείωσαν οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου(13%), με αύξηση των επενδύσεων σε μηχανολογικό, τεχνολογικό και μεταφορικό εξοπλισμό (47%), οι εξαγωγέςαγαθών και υπηρεσιών (7%) ενώ οι Ξένες Άμεσες Επενδύσεις το πρώτο τρίμηνο του 2017 ανήλθαν σε € 1,08δις (από € 0,3 δισ. στο 1ο 3μηνο του 2016 και από € 2,78 δις το 2016 ως σύνολο). Σύμφωνα με την νέαεκτίμηση της ΕΛΣΤΑΤ το ΑΕΠ της χώρας σημείωσε αύξηση κατά́ 0,8% σε ετήσια βάση (0,4% σε 3μηνιαια βάση)στο 1ο 3μηνο 2017.Δείχνουν αυτές οι στατιστικές ότι βγήκαμε ή βγαίνουμε από την κρίση; Σε καμιά περίπτωση. 

Δείχνουν όμως ότι βρισκόμαστε σε ένα σημείο όπου είναι εφικτή η επανεκκίνηση της οικονομίας. Ακόμη περισσότερο, η σταθερή αύξηση των εξαγωγών σε σταθερές τιμές, η σταθεροποίηση των επενδύσεων έστω σε χαμηλά επίπεδα και ησταθερή αύξηση της απασχόλησης τα τρία προηγούμενα χρόνια, δείχνουν την σταδιακή αλλά σταθερή ενίσχυσητου εξωστρεφούς τομέα της οικονομίας. Οι εξελίξεις αυτές δεν οφείλονται στις κυβερνητικές πολιτικές τηςτελευταίας τριετίας αλλά στην ίδια την κρίση. Η κρίση είναι που κατέστρεψε ένα μεγάλο τμήμα του μηανταγωνιστικού κεφαλαίου και μαζί του 1 εκατομμύριο θέσεις εργασίας, υποτίμησε τις αξίες και την αμοιβή τηςεργασίας και έσπασε την φούσκα του κρατικού τομέα.

Μια αδιαμφισβήτητη ένδειξη είναι ότι μεταξύ του 2010 και του 2015, οι επιδόσεις στις εξαγωγές αγαθών,σύμφωνα με την Eurostat, της Ελλάδας (+29%) ήταν ανώτερες της Ισπανίας (+26%) και της Ιταλίας (+18%) καιλίγο μικρότερες της Πορτογαλίας (+32%). Συνεπώς, αν εξαιρέσουμε τα έσοδα από τη ναυτιλία, η Ελλάδακατέγραψε πολύ καλύτερες επιδόσεις στις εξαγωγές έναντι των άλλων ευρωπαϊκών χωρών που εφάρμοσανπρογράμματα δημοσιονομικής προσαρμογής, παρά το γεγονός ότι οι Έλληνες επιχειρηματίες ασκούν τιςεπιχειρηματικές τους δραστηριότητες σε ένα εξαιρετικά αντίξοο οικονομικό περιβάλλον. Αυτές οι επιδόσεις στοντομέα των εξαγωγών ήταν αποτέλεσμα της σημαντικής βελτίωσης της διεθνούς ανταγωνιστικότητας τηςΕλλάδας ως προς τις τιμές και το κόστος κάτι που ήταν με τη σειρά του αποτέλεσμα του πρωτοφανούςπρογράμματος μεταρρυθμίσεων που εφαρμόστηκε στην Ελλάδα κατά την περίοδο 2010-2016, ιδιαίτερα κατά ταπρώτα 3 χρόνια.

Το σημαντικότερο, κατά την άποψή μου, είναι ότι η συμφωνία με τους δανειστές για πρωτογενή πλεονάσματα3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2022 και 2% στη συνέχεια είναι μια ευνοϊκή εξέλιξη για την ελληνική οικονομία. Πολύ περισσότερο, είναι μια πολιτική που θα έπρεπε να ακολουθήσουμε ακόμη και χωρίς την πίεση των δανειστώνγια τους εξής λόγους:

Η κυριότερη αιτία για τις καθυστερήσεις μετά το καλοκαίρι του 2015, που δεν επιτρέπουν την επιτάχυνση της οικονομικής αναστροφής που έγινε ορατή το 2016 – η οποία δεν πιστώνεται σε κυβερνητικές πολιτικές, όπως και η δειλή αναστροφή του 2014 – είναι η απόφαση του ΔΝΤ από τις αρχές του 2015 να διακόψει τη συμμετοχήτου στο ελληνικό πρόγραμμα, σε συνδυασμό με την επιμονή κυρίως της Γερμανίας να μην δεχθεί τη συνέχισητου ελληνικού προγράμματος χωρίς το ΔΝΤ. Η πιο αρνητική συνέπεια είναι η συνεχής υποβάθμιση των από το ΔΝΤ των προοπτικών ανάπτυξης και δημοσιονομικής προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας κατά την περίοδο2021-2030, προκειμένου να αποδειχθεί η εκτίμησή του ότι το δημόσιο χρέος δεν είναι βιώσιμο.

Η μόνη διέξοδος για την Ελλάδα, συνεπώς, είναι η οριστική έξοδος από τα Μνημόνια και τις συναφείς«αξιολογήσεις» και η χρηματοδότησή της από τις αγορές. Ο μόνος τρόπος για να επιτευχθεί αυτό είναι ηαδιαμφισβήτητη αποκατάσταση της διεθνούς πιστοληπτικής αξιοπιστίας της ελληνικής οικονομίας. Στο πλαίσιο αυτό, το πρώτο σημαντικό βήμα έγινε ήδη με την εκτέλεση των προϋπολογισμών το 2010-2015 και κυρίως τομεγάλο πρωτογενές πλεόνασμα του 2016 που εκτός των άλλων υποχρέωσε τους θεσμούς να κλείσουν άμεσατην 2η Αξιολόγηση και συνέβαλε στην υποβάθμιση ή και ακύρωση των εκτιμήσεων του ΔΝΤ για τις δυνατότητεςκαι προοπτικές της ελληνικής οικονομίας.

Το δεύτερο βήμα είναι η ανακοίνωση της προοπτικής και η πραγματική επιδίωξη επίτευξης υψηλούπρωτογενούς πλεονάσματος 3,5% του ΑΕΠ τα επόμενα 5 χρόνια και 2% ως το τέλος της επομένης δεκαετίας.. Η Ελλάδα έχει όχι μόνο την δυνατότητα αλλά την αναγκαιότητα να επιδιώξει με ένταση την πολιτική αυτή και έχειήδη θεσπίσει και εφαρμόσει τα μέτρα που οδηγούν σε αυτό το αποτέλεσμα με ταυτόχρονη υγιή – διεθνώς ανταγωνιστική – ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Σε κάθε περίπτωση, μόνο με σημαντικά πρωτογενήπλεονάσματα είναι δυνατή και εφικτή στην πράξη η οριστική έξοδος από τα Μνημόνια, η οποία αποτελεί σήμερααπαραίτητη προϋπόθεση για την δυναμική ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. 

Η ευνόητη ερώτηση είναι: τα υψηλά δημοσιονομικά πλεονάσματα δεν εμποδίζουν την ανάπτυξη της οικονομίας;Η απάντηση είναι θετική όταν επιτυγχάνονται μέσω της «αποστράγγισης» των παραγωγικών πόρων αλλάαρνητική όταν έρχονται σαν αποτέλεσμα μιας υγιούς και εξωστρεφούς ανάπτυξης. Η Ελλάδα – σε ένα ευνοϊκόεξωτερικό περιβάλλον και με την σημαντική συνεισφορά του τουρισμού στο ΑΕΠ και την απασχόληση – έχειδυνατότητες υγιούς ανάπτυξης στα επόμενα έτη, με βάση τη σημαντικά βελτιωμένη διεθνή ανταγωνιστικότητάτης και γενικά την αναδιάρθρωση της οικονομίας της υπέρ των κλάδων που παράγουν διεθνώς εμπορεύσιμα προϊόντα. Η επαναφορά της ομαλότητας θα διευρύνει τις δυνατότητες αυτές και θα επιταχύνει τις ευνοϊκέςεξελίξεις. Αυτή η ανάπτυξη μπορεί να συμβάλλει όχι μόνο στην επίτευξη των αναγκαίων πλεονασμάτων, αλλάκαι στην αύξηση των διαθέσιμων πόρων ώστε να καταστεί δυνατή η μείωση της υπερφορολόγησης, η ενίσχυσητης κοινωνικής πολιτικής και η αύξηση των δημοσίων επενδύσεων, της εγχώριας ζήτησης και της απασχόλησης.

Αυτονόητα, τα παραπάνω αποτελούν τις αναγκαίες συνθήκες. Η ικανή συνθήκη αφορά το πολιτικό σύστημα: Τοmaximum θα ήταν να διευκολύνει την επανεκκίνηση της οικονομίας. Ας ελπίσουμε στο minimum, να μηνσυνεχίζει να την εμποδίζει.

*Ο Ηλίας Κικίλιας είναι Διευθυντής Ερευνών στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών και Γενικός Διευθυντής στο Ινστιτούτο ΣΕΤΕ.

Πηγή

Τελευταία Ενημέρωση: 14/07/2024, 10:07:53

Δείτε περισσότερα