Η λέξη vibecession – από το vibe και recession, «ατμόσφαιρα ύφεσης» – γεννήθηκε για να περιγράψει μια κατάσταση όπου τα επίσημα μακροοικονομικά στοιχεία δεν δείχνουν ύφεση, αλλά τα νοικοκυριά αισθάνονται σαν να ζουν μέσα σε ύφεση, την απόκλιση ανάμεσα στην «αντικειμενική» οικονομική επίδοση και την αρνητική κοινωνική αίσθηση της οικονομίας. Στην ελληνική εκδοχή, ο «δείκτης μιζέριας» – το άθροισμα πληθωρισμού και ανεργίας – πέφτει από το 27 το 2013 στο 12 το 2025. Κι όμως ο δείκτης υποκειμενικής φτώχειας μειώνεται πολύ λιγότερο, από το 78 στο 67, μακράν υψηλότερος από της Πορτογαλίας, της Ισπανίας και της Ιταλίας, που κινούνται κοντά στο 20, και ακόμη πολύ πάνω από τη Βουλγαρία. Παρά το γεγονός ότι το ΑΕΠ αυξάνεται με υψηλότερους ρυθμούς από την υπόλοιπη Ευρώπη, ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε 50% από το 2019 και ο μέσος μισθός κατά 45%, σημαντικά περισσότερο από τις αυξήσεις στον ΔΤΚ, τις τιμές τροφίμων και του ονομαστικού ΑΕΠ, παράλληλα με μια συνεχή αύξηση του όγκου εισαγωγών καταναλωτικών προϊόντων. Η Ελλάδα, με άλλα λόγια, δεν είναι σήμερα η χώρα με τη μεγαλύτερη τρέχουσα μακροοικονομική δυσφορία. Είναι, όμως, η χώρα όπου η αίσθηση οικονομικής ασφυξίας παραμένει πιο επίμονη.
Ο δείκτης μιζέριας μετρά δύο πράγματα: Πόσο ακριβαίνουν τα πράγματα και πόσο δύσκολο είναι να βρει κανείς δουλειά. Δεν μετρά, όμως, κάτι εξίσου καθοριστικό: Πόσο κοστίζει σε ένα νοικοκυριό να εξασφαλίσει στην πράξη αυτά που υποτίθεται ότι ένα σύγχρονο κράτος οφείλει να παρέχει ως δημόσια αγαθά -αξιοπρεπή υγεία, λειτουργική εκπαίδευση, στοιχειώδη ασφάλεια απέναντι στον κίνδυνο. Στην Ελλάδα, αυτό το κόστος έχει σε μεγάλο βαθμό ιδιωτικοποιηθεί. Εκεί, ακριβώς, βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό η εξήγηση του ελληνικού vibecession.
Η Ελλάδα έχει οικοδομήσει ένα σύστημα στο οποίο το κράτος διατηρεί τυπικά την ευθύνη για βασικά δημόσια αγαθά, αλλά στην πράξη μεταφέρει μεγάλο μέρος του πραγματικού κόστους στα νοικοκυριά. Στην υγεία, σύμφωνα με την Eurostat, οι άμεσες πληρωμές των νοικοκυριών αντιστοιχούσαν το 2023 στο 34,3% της συνολικής δαπάνης υγείας στην Ελλάδα – υπερδιπλάσιο ποσοστό από τον μέσο όρο της ΕΕ, που ήταν 14,9%. Ο δε ΟΟΣΑ σημειώνει ότι το δημόσιο μερίδιο χρηματοδότησης της υγείας στην Ελλάδα ήταν μόλις 61% το 2023, το δεύτερο χαμηλότερο στην ΕΕ, ενώ οι ιδιωτικές πληρωμές παραμένουν εξαιρετικά υψηλές.
Αυτό έχει τεράστια σημασία. Διότι η οικονομική πίεση που βιώνει ένα νοικοκυριό δεν εξαρτάται μόνο από τον ονομαστικό μισθό ή τον γενικό πληθωρισμό. Εξαρτάται από το πόσο «μετά τους φόρους και τις αναγκαίες δαπάνες» εισόδημα του απομένει. Όταν γιατροί, εξετάσεις, φάρμακα, οδοντιατρική φροντίδα, ιδιωτικά διαγνωστικά και ταχύτερη πρόσβαση στις υπηρεσίες κοστίζουν συστηματικά στην τσέπη του πολίτη, τότε η κοινωνική προστασία μετατρέπεται σε ιδιωτικό λογαριασμό. Η αίσθηση της οικονομικής του θέσης αλλάζει ριζικά σε μόνιμη κατάσταση οικονομικής επισφάλειας.
Το ονομαστικό εισόδημα λέει ένα πράγμα. Το «εισόδημα μετά το κόστος της επιβίωσης» λέει άλλο. Η διαφορά ανάμεσα στα δύο είναι το έδαφος πάνω στο οποίο φυτρώνει η ελληνική vibecession.
Η ίδια λογική ισχύει και στην παιδεία, ίσως ακόμη εντονότερα. Η ελληνική εκπαίδευση είναι τυπικά δημόσια, αλλά λειτουργεί συχνά σαν διπλό σύστημα: Ένα επίσημο δημόσιο σχολείο και ένα παράλληλο ιδιωτικό οικοσύστημα φροντιστηρίων, ιδιαίτερων και συμπληρωματικής προετοιμασίας, χωρίς το οποίο πολλές οικογένειες θεωρούν ότι δεν μπορούν να εξασφαλίσουν ισότιμη πρόσβαση στις πανεπιστημιακές σπουδές. Ο ΟΟΣΑ περιγράφει αυτή την παραμόρφωση με σαφήνεια: Οι οικογένειες στην Ελλάδα δαπανούν σημαντικό μέρος του εισοδήματός τους σε ιδιωτική προετοιμασία για τις Πανελλαδικές, ενώ παλαιότερη αποτίμηση του Οργανισμού χαρακτήριζε την ελληνική «σκιώδη εκπαίδευση» ως πιθανότατα τη μεγαλύτερη στην ΕΕ και από τις μεγαλύτερες διεθνώς.
Εδώ βρίσκεται η «κρυφή φορολογία της ιδιωτικοποιημένης κοινωνικής αναπαραγωγής». Η κοινωνική αναπαραγωγή -η ανατροφή των παιδιών, η διατήρηση της υγείας, η απόκτηση δεξιοτήτων, η προστασία από τους κινδύνους της ζωής – είναι ο πυρήνας κάθε λειτουργικής κοινωνίας. Σε ένα καλά οργανωμένο ευρωπαϊκό κράτος, μεγάλο μέρος αυτού του κόστους κοινωνικοποιείται μέσω αποτελεσματικών δημόσιων υπηρεσιών και υποχρεωτικών συλλογικών μηχανισμών ασφάλισης. Στην Ελλάδα, όμως, ένα σημαντικό τμήμα του κόστους αυτού ιδιωτικοποιείται. Το κράτος φορολογεί επίσημα, αλλά στη συνέχεια υποχρεώνει τα νοικοκυριά να πληρώνουν ξανά, ανεπίσημα, για να αποκτήσουν στην πράξη αυτό που θεωρητικά έχουν ήδη χρηματοδοτήσει. Πρόκειται για διπλή επιβάρυνση: Μία ορατή, μέσω φόρων και εισφορών, και μία αόρατη, μέσω φροντιστηρίων, ιδιωτικών δαπανών υγείας και αγοράς «παράκαμψης» της ανεπάρκειας.
Η Πορτογαλία, η Ισπανία και η Ιταλία έχουν τα δικά τους προβλήματα, αλλά η μακροοικονομική βελτίωση μεταδίδεται με πολύ καθαρότερο τρόπο στην κοινωνική αίσθηση. Στις χώρες αυτές μεταξύ 2013 και 2025 η μείωση του δείκτη μιζέριας κατά 1 ποσοστιαία μονάδα μεταφράζεται σε πτώση του δείκτη υποκειμενικής φτώχειας κατά 2,9 μονάδες στην Πορτογαλία, 1,25 στην Ισπανία, 3,3 στην Ιταλία. Στην Βουλγαρία σε 4 ποσοστιαίες μονάδες αλλά στην Ελλάδα μόλις σε 0,75 ποσοστιαίες μονάδες. Το κανάλι μετάδοσης «μακροοικονομική σταθεροποίηση προς κοινωνική ανακούφιση» είναι βραχυκυκλωμένο.
Από αυτή την άποψη, η ελληνική vibecession δεν είναι παρανόηση των πολιτών. Είναι μια πιο ακριβής καταγραφή της πραγματικότητας από αυτήν που δίνουν ορισμένοι επίσημοι δείκτες.
Αυτό που μετρά τελικά δεν είναι το ονομαστικό εισόδημα ούτε καν ο απλός πληθωρισμός. Είναι το καθαρό, βιωμένο διαθέσιμο εισόδημα μετά τις αναγκαίες ιδιωτικές δαπάνες για πράγματα που σε άλλες χώρες παρέχονται πιο επαρκώς, πιο καθολικά ή με μικρότερη ιδιωτική συμμετοχή.Τα νοικοκυριά αντιλαμβάνονται κάτι που οι αριθμοί συχνά κρύβουν: Ότι η καθημερινή αναπαραγωγή της ζωής στην Ελλάδα έχει γίνει υπερβολικά ακριβή, αβέβαιη και ιδιωτικοποιημένη.
Η πολιτική συνέπεια είναι προφανής. Μια κυβέρνηση μπορεί να μειώνει το spread, να αποκαθιστά την επενδυτική βαθμίδα και να επικαλείται την πτώση της ανεργίας και την αύξηση των μισθών. Όμως όσο δεν μειώνει τον ιδιωτικό λογαριασμό της υγείας, όσο δεν περιορίζει το αναγκαστικό κόστος της παραπαιδείας, όσο δεν μετατρέπει τους φόρους σε πραγματικά δημόσια αγαθά, δεν θα κερδίζει την
κοινωνική αίσθηση ευημερίας. Θα διαχειρίζεται, στην καλύτερη περίπτωση, μια στατιστική ανάκαμψη χωρίς κοινωνική ανακούφιση.
Η Ελλάδα, εν ολίγοις, δεν πάσχει απλώς από χαμηλότερα εισοδήματα. Πάσχει από κάτι πολιτικά πιο διαβρωτικό: Από ένα κράτος που υποχρεώνει τους πολίτες να αγοράζουν ιδιωτικά την ίδια τη δυνατότητα να μην αισθάνονται φτωχοί. Και αυτό είναι ίσως ο πιο ακριβής ορισμός της ελληνικής vibecession.
(*) Ο Ηλίας Κικίλιας είναι Οικονομολόγος, Διευθυντής Ερευνών ΕΚΚΕ