Το θέμα δεν είναι πώς μοιράζουμε την ανάπτυξη αλλά πώς θα την δημιουργήσουμε

Η ελληνική πολιτική συζήτηση έχει ένα παράξενο χαρακτηριστικό. Όσο περισσότερο μιλά για «νέο παραγωγικό μοντέλο», τόσο περισσότερο επιστρέφει στο παλιό ερώτημα: Ποιος θα πάρει τι από το κράτος.

Η κυβέρνηση υπόσχεται ότι οι καρποί της ανάπτυξης θα επιστρέψουν στην κοινωνία μέσω υψηλότερων μισθών, μειώσεων φόρων και στοχευμένων ενισχύσεων. Η αντιπολίτευση απαντά με περισσότερη παραγωγική ανασυγκρότηση, ισχυρότερο κοινωνικό κράτος και δικαιότερη αναδιανομή. Οι διαφορές είναι σημαντικές. Ωστόσο, το πραγματικό πρόβλημα βρίσκεται ένα στάδιο νωρίτερα: Η Ελλάδα δεν χρειάζεται απλώς να αποφασίσει πώς θα μοιράσει δικαιότερα την ανάπτυξη. Πρέπει να εξηγήσει γιατί παράγει τόσο λίγη παραγωγικότητα, γιατί τόσο λίγες επιχειρήσεις κατορθώνουν να μεγαλώσουν, γιατί η εργασία αμείβεται τόσο χαμηλά και γιατί η βελτίωση των μακροοικονομικών αριθμών δεν μετατρέπεται σε βελτίωση της καθημερινής ζωής.

Η κυβέρνηση, υποστηρίζει, ότι έχει αποκαταστήσει τη δημοσιονομική αξιοπιστία, έχει μειώσει δραστικά την ανεργία, έχει ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα και τώρα πρέπει η «συλλογική πρόοδος» να μετατραπεί σε «ατομική προκοπή». Η ανάπτυξη πρέπει να επιστρέψει στην κοινωνία ως μέρισμα, με υψηλότερους μισθούς, μειώσεις φόρων και στοχευμένες παροχές. Δεν είναι παράλογη στρατηγική, είναι όμως προβληματική η διάγνωση. Διότι προϋποθέτει ότι ο μηχανισμός παραγωγής της ανάπτυξης λειτουργεί κατά βάση σωστά και ότι το πρόβλημα βρίσκεται κυρίως στη διάχυση των ωφελειών του.

Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από χαμηλή παραγωγικότητα, υπερβολικό κατακερματισμό και ένα πλήθος μικρών, υποκεφαλαιοποιημένων επιχειρήσεων. Το κρίσιμο πρόβλημα δεν είναι ότι οι Έλληνες δεν εργάζονται ή δεν επιχειρούν. Είναι ότι πολύ λίγες επιχειρήσεις διαθέτουν το θεσμικό, χρηματοδοτικό και οργανωτικό περιβάλλον που τους επιτρέπει να επενδύσουν, να καινοτομήσουν και να μεγαλώσουν. Και χωρίς τέτοιες επιχειρήσεις δεν δημιουργούνται καλές δουλειές.

Η παραγωγικότητα δεν είναι απλώς αποτέλεσμα περισσότερων επενδύσεων. Εξαρτάται από το πού πηγαίνουν οι επενδύσεις.

Η Ελλάδα δεν υποφέρει από έλλειψη εργατικότητας και επιχειρηματικότητας. Υποφέρει από ένα σύστημα που κατανέμει ανεπαρκώς κεφάλαιο και εργασία. Οι δυνητικά δυναμικές μικρές επιχειρήσεις συναντούν γραφειοκρατία, κανονιστική αβεβαιότητα, διαφθορά και δυσκολία χρηματοδότησης, ενώ κεφάλαιο και εργασία παραμένουν εγκλωβισμένα σε χαμηλής παραγωγικότητας δραστηριότητες.

Αν κεφάλαιο, ευρωπαϊκοί πόροι και πολιτική προσοχή κατευθύνονται σε δραστηριότητες χαμηλής απόδοσης, ενώ οι δυναμικότερες επιχειρήσεις προσκρούουν σε αδιαφανείς κανόνες, γραφειοκρατία, καθυστερήσεις της δικαιοσύνης και πελατειακή διαμεσολάβηση, τότε το πρόβλημα δεν θεραπεύεται με έναν ακόμη χαμηλότερο φορολογικό συντελεστή. Είναι πρόβλημα οικονομικής διακυβέρνησης.

Αυτό αλλάζει ριζικά την πολιτική συζήτηση. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν πρέπει να μειωθεί ακόμη ένας φορολογικός συντελεστής. Είναι γιατί μια χώρα παρόμοιου μεγέθους, όπως πχ. η Πορτογαλία, έχει κατορθώσει να δημιουργήσει πυκνότερο στρώμα μεσαίων και μεγαλύτερων επιχειρήσεων και υψηλότερη παραγωγικότητα, παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα δεν υστερεί πάντοτε στη φορολογική ανταγωνιστικότητα. Και η απάντηση οδηγεί αναπόφευκτα στους θεσμούς, στη δημόσια διοίκηση, στη δικαιοσύνη, στη χρηματοδότηση και στην ποιότητα της οικονομικής διακυβέρνησης. Οι θεσμοί δεν είναι διακοσμητικό εξάρτημα της οικονομικής πολιτικής. Είναι παραγωγικός συντελεστής.

Το ερώτημα, συνεπώς, είναι γιατί το ίδιο το οικονομικό σύστημα παράγει τόσο χαμηλούς μισθούς ώστε να χρειάζεται συνεχώς το κράτος να τους συμπληρώνει, γιατί πρέπει το κράτος να διορθώνει συνεχώς εκ των υστέρων τα εισοδήματα που μια δυσλειτουργική οικονομία δημιουργεί εκ των προτέρων;

Τα επιδόματα είναι απολύτως αναγκαία για όσους πραγματικά τα χρειάζονται. Ως υποκατάστατο όμως παραγωγικής πολιτικής, είναι αδιέξοδο. Η επιδότηση της κατανάλωσης δεν δημιουργεί παραγωγικότητα. Και όταν διοχετεύεται σε αγορές με περιορισμένο ανταγωνισμό μπορεί απλώς να μεταφέρει δημόσιο χρήμα στα περιθώρια κέρδους των παραγωγών.

Μια οικονομία με παραγωγικές επιχειρήσεις, ισχυρότερες συλλογικές διαπραγματεύσεις, αποτελεσματική επαγγελματική εκπαίδευση και μεγαλύτερη διάχυση παραγωγικών ευκαιριών δημιουργεί εξαρχής καλύτερη κατανομή μισθών. Δεν χρειάζεται στη συνέχεια το κράτος να διορθώνει διαρκώς, μέσω επιδομάτων, ένα σύστημα που παράγει χαμηλές αμοιβές.

Η ποιότητα του κράτους δεν είναι κοινωνικό παράρτημα της οικονομικής πολιτικής. Είναι οικονομική πολιτική. Οι θεσμοί, συνεπώς, πρέπει να αντιμετωπιστούν ως παραγωγικός συντελεστής. Η γραφειοκρατία, η αδύναμη δικαιοσύνη, η πελατειακή διαμεσολάβηση και η διαφθορά δεν είναι απλώς ζητήματα «καλής διακυβέρνησης». Καθορίζουν πού πηγαίνει το κεφάλαιο, ποια επιχείρηση επιβιώνει, ποια μεγαλώνει και αν το ταλέντο ανταμείβεται περισσότερο από την πρόσβαση στην εξουσία. Γι’ αυτό η θεσμική υστέρηση μεταφράζεται τελικά σε χαμηλότερη παραγωγικότητα και χαμηλότερους πραγματικούς μισθούς.

 

Η θεμελιώδης πρόκληση είναι ότι πριν μοιράσουμε διαφορετικά τον πλούτο, πρέπει να αλλάξουμε τους θεσμούς που καθορίζουν τη δημιουργία του. Η ανισότητα πρέπει να αντιμετωπίζεται όχι μόνο όταν το κράτος αναδιανέμει το εισόδημα, αλλά όταν το εισόδημα δημιουργείται.

Αν αυτή η διάγνωση είναι σωστή, η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλη μία εκδοχή της πολιτικής των παροχών. Ούτε αρκεί μια ακόμη γενιά επενδυτικών κινήτρων. Χρειάζεται μετάβαση από μια πολιτική οικονομία της διανομής σε μια πολιτική οικονομία της παραγωγικής ικανότητας: Ικανό κράτος, επαγγελματική διοίκηση, αξιολόγηση του δημόσιου χρήματος, παραγωγικό χρηματοπιστωτικό σύστημα, επιχειρήσεις που μπορούν να μεγαλώσουν, δεξιότητες που έχουν πραγματική αξία και δημόσιες υπηρεσίες που απαλλάσσουν αντί να επιβαρύνουν τα νοικοκυριά.

Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι ποιος θα υποσχεθεί περισσότερα. Είναι ποιος θα αλλάξει το σύστημα που καθιστά διαρκώς αναγκαίες αυτές τις υποσχέσεις.

Τελευταία Ενημέρωση: 14/09/2026, 03:09:02

Δείτε περισσότερα